Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Τραγούδια των Τζουμέρκων: Αποκριάτικα

















1.  Πως χορεύουν οι Γαμπροί

Πως χορεύουν οι γαμπροί – σαν κατσίκια στο μαντρί
Πως χορεύουν οι γαμπροί – σαν γομάρια στην αυλή
Πως χορεύουν οι νυφάδες – σαν οι κόκκινες φοράδες
Πως χορεύουν τα κορίτσια – σαν αρνάκια σαν κατσίκια
Πως χορεύουν τα παιδιά – σαν αρνιά την Πασχαλιά
Πως χορεύουν οι γερόντοι – σαν παλιάλογα στ’ αλώνι
Πως χορεύουν οι γριές – σαν τομάρια σαν προβιές

2. Όταν ήμουνα μπεκιάρης

Φόντας ήμουνα μπεκιάρης – έτρωγα κρεάς ποδάρες
Τώρα που παντρεύτηκα – όλα τα στρερεύτικα
Φόντας κάνω ένα παιδί – έτρωγα χλωρό τυρί
Φόντας κάνω δυό και τρία – σκόρδα και κρεμμύδια κρύα
Όντας τα ‘κανα πεντέξι – ζάρκα ήταν όλα και μπλέτσι
Κι όντας το ‘κανα δεκάρι
Ζάρκους βγήκα στο παζάρι

3. Είχα γέροντα πατέρα

Είχα γέροντα πατέρα και μου γύρευε κοπέλα
Μωρέ γέροντα πατέρα τι την θέλεις την κοπέλα
Η κοπέλα θέλει χάδια θέλει και πολλά χαϊβάδια
Θα πουλήσω τα κατσίκια να της πάρω σκουλαρίκια
Θα πουλήσω και τα γίδια να της πάρω δαχτυλίδια
Βγάζ’ ο γέρος τ’ αμπακέλα χαμογέλασε η κοπέλα
Έσκυψε να τη φιλήσει μύξες, σάλια τη γιομίζει
Φεύγα γέρο από σιμά μου σ’ αναγούλιασε η καρδιά μου

4. Στην καλύβα μου ο καημένος

Στην καλύβα μου ο καημένος
κάθομουν θεραπευμένος
Φύλαγα τα κερασάκια
μην τα φαν’ τα κοριτσάκια
Πιάνω μια απ’ το ποδαράκι
την τραβάω στην καλύβα
Σκούζ’ βελάζει σαν τα γίδια
Άραξε μια χοντροχήρα
με μια χλωροφορτωτήρα
Μη βαράς μπροστά και πίσω
Δεν προπάω να τις μετρήσω
Α, μουρή είναι μετρητές
Τετρακόσιες δυό σκουπιές

5. Κίνησα να πάω στο μύλο

Κίνησα να πάω στο μύλο με την θειά μου την Βασίλω
Αυτή είχε στάρι εγώ είχα ρόκα τήραγε να ρίξει πρώτα
Σπρώξε αυτή και σπρώξε εγώ στην αλευροθήκη οι δυό
Στην αλευροθήκη οι δυό απ’ κατ’ αυτή κι αχ’ παν’ εγώ
Γλέπω την ποδιά της τρύπια κι από μέσα μια φεγγίτσα
Έσκυψα να τη μπαλώσω τη φεγγίτσα να βουλώσω
Βλέπω χότζια ξυρισμένο και παππά αγριεμένο
Στη λαχτάρα που ‘χα πάρει να κι ο μυλωνάς για ξάι
Και μας ξάγιασε τις δύο με ξγιαζόξυλο γερό
Αϊντε θειά μ’ κι αν ήσουν ξένη σαν τι θα ‘θελες να γένει
Ανεψιός της από πέρα φράγκα φρούγκα τη μαχαίρα
Ανηψιέ καταραμένεωτι την κάνεις έτσ’ τη θειά μου
Κάνε γιέ μου τη δουλειά σου και ‘γω είμαι πάλ’ η θειά σου.

6. Της ακρίβειας τον καιρό

Της ακρίβειας τον καιρό θέλησα να παντρυτώ
Και μου δώσαν μια γυναίκα που ‘τρωγε για πέντε δέκα
Και την πρώτη τη βραδιά έφαγε μια γελαδιά
Και το δεύτερο το βράδυ έφαγε ενά κοπάδι
Άνδρα μου θελώ φουστάνι γύρω-γύρω με γαϊτάνι
Άνδρα μου θελώ παπούτσια γύρω-γύρω με κουμπούτσια
Άνδρα μου θελώ καπέλο γύρω-γύρω με το βέλο
Και την πιάνω μ’ ένα ξύλο και τη φέρνω τρις το γύρο
Να γυναίκα μου φουστάνι γύρω-γύρω με γαϊτάνι
Να γυναίκα μου παπούτσια γύρω-γύρω με κουμπούτσια
Να γυναίκα μου καπέλο γύρω-γύρω με το βέλο.

7. Πέντε δέκα Καλογριές

Πέντε δε – τσιατσούλα μ’ ε
Πέντε δέκα καλογριές
Πέντε δέκα καλογριές
Κι άλλες τόσες παπαδιές
Στα βαμπά – τσιατσιούλα μ’ ε
Στα βαμπάκια πήγαιναν
Στα βαμπάκια πήγαιναν
Να τα βοτανίσουνε
Και να τα θερίσουνε
Ο καλδέ – τσιατσιούλα μ’ ε
Ο καλδέρος πάει μπροστά
Ο καλδέρος πάει μπροστά
Καλογριές από κοντά
Τι ‘ν’ αυτό τσιατσιούλα μ’ ε
Τι ‘ν’ αυτό που κρέμεται
Τι ‘ν’ αυτό που κρέμεται
Και σ’ κρεμαντζαλίζεται
Τούτο είν’ τσιατσιούλα μ’ ε
Τούτο είναι το τζινί
Τούτο είναι το τζινί
Που τζινώ τα βόδια μου
Που τζινώ τα βόδια μου
Και τα ζευγαράκια μου
Δάνεισε – τσιατσιούλα μ’ ε
Δάνεισέ το και σε μας
Δανεισέ το και σε μας
Να τζινάμ’ τα βόδια μας
Και τα ζευγαράκια μας
Το εδά – τσιατσιούλα μ’ ε
Το εδάνεισα κι αλλού
Το εδάνεισα κι αλλού
Και μου το ξεσκούφωσαν
Και μου το ξεσκούφωσαν
Και μου το ξεμπλέτσωσαν
Ξόδεψα τσιατσιούλα μ’ ε
Ξόδεψα στα γιατρικά
Ξόδεψα στα γιατρικά
Δώδεκα καλάθια αυγά
Δώδεκα καλάθια αυγά
Τρεις λαϊνες βούτυρο
Τρεις λαϊνες βούτυρο
Μέχρι να το δω χλωρό
Μέχρι να το δω χλωρό
Στην κορφή να βγάζ’ νερό
Στην κορφή να βγάζ’ νερό
Και στον πάτο μαλλιαρό.

9.  Μια καλή νοικοκυρά

Μια καλή νοικοκυρά πάει να μάσει λάχανα
Τα ‘μασε και τα ‘τριψε στη φωτιά τα κρέμασε
Ξέγειρε να κοιμηθεί τσ’ απολιέται μια σφιχτή
Πέτυχε την τέντζερη κι έκαψε την πεθερά
Κι έκαψε την πεθερά μεσ’ τον πάτο στην κοιλιά
Ήρθε ο άνδρας της το βράδυ πωπ’ ανδρούλη μ’ τι έπαθα
Εδώ που μαγείρευα ξέγειρα να κοιμηθώ
Μ’ απολύθκαν κάνα δυο πέτυχαν την τέντζερη
Κι έκαψα την πέθερα μεσ’ τον πάτο στην κοιλιά.

10. Τις Μεγάλες Αποκριές

Τις μεγάλες Αποκριές ήρθαν δυο σακιά ψουλές
Το ‘μαθαν οι αρχόντισσες ήρθαν πήραν τις μισές
Το ‘μαθαν οι αρχοντοπούλες ήρθαν και τις πήραν ούλες
Το ‘μαθε μια καλογριά μα δεν πρόφτασε καμμιά
Και ψαχούλευε να βρει πετ’χε μια στραβιά ψολή
Και χορεύει απ’ τη χαρά θα τ’ν ισιώσω ας είν’ στραβιά
Κι αν ακούτε εσείς οι νιές τέτοια λέν’ τ’ς Αποκριές..

11. Ο Γιάνναρος

Ο Γιάνναρος απέθανε κι άφηκε διαθήκη
Να μην τον θάψουν σ’ εκκλησιά μηδέ σε μοναστήρι
Μον’ να το θάψουν σ’ εξοχή κι όξω σε περιβόλι
Ν’ αφήσουν τη ψωλάρα του τρεις απθαμές απ’ όξω
Για να περνάει ο Δήμαρχος να δένει τ’ άλογό του.

1 Responses to “Τραγούδια των Τζουμέρκων: Αποκριάτικα”

Zagorisios είπε...
Πέμπτη, Οκτωβρίου 06, 2011 12:56:00 π.μ.

Bravo. Kati tetoia spania tragoudia-ethima prepei na diasozontai. Synexiste thn kalh douleia


Δημοσίευση σχολίου