Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Μοιρολόγια




1.
Δε σο’ ‘μοιαζε λεβέντη μου, στη μαύρη γης για να ‘μπεις,
μον’ σο’ ‘μοιαζε να κάθεσαι σ’ ένα ‘μορφο τραπέζι,
να τραγουδείς να χαίρεσαι, να σε κερνούν να πίνεις.
‘Αγουρ’ άγουρε δροσερέ, κρουσταλοβραχιονάτε,
χρυσά ήταν τα καλίγια σου κι αργυρά τα σφυριά σου,
και το σφυρί που σφύριζε με το μαργαριτάρι.
Νύχτα σελώνει τ' άλογο, νύχτα το καλιγώνει,
νύχτα περνάει το Ρουφιά (Αλφειός), το φοβερό ποτάμι.
Πάει να πάρει το φιλί, πρου βρέξει, πρου χιονίσει.


2.
Δε σο’ ‘πρεπε, δε σο’ ‘μοιαζε στη γη κρεβατοστρώση,
μον' σο’ ‘πρεπε, μον’ σο’ ‘μοιαζε του Μάη το περιβόλι,
ανάμεσα σε δυο μηλιές, σε τρεις νεραντζοπούλες,
να πέφτουν τ' άνθ’ απάνου σου, τα μήλα στην ποδιά σου,
τα κρεμεζογαρούφαλα τριγύρω στο λαιμό σου.


3.
Οποιά ‘χασε τον άντρα της, έχασε την τιμή της,
κι οποιά ‘χασε τη μάνα της, έχασε την κουβέντα,
κι οποιά ‘χασε την αδερφή, έχασε το σεργιάνι,
κι οποιά ‘χασε μικρά παιδιά, έχασε την καρδιά της.


4.
Μες στα ‘μπα του καλοκαιριού και στα ‘βγα του χειμώνα,
τήρα καιρό που διάλεξε να πάρει να μισέψει!
Παιδί μου, δεν απόμενες, δεν άφηνες αγάλια,
όσο ν’ ανθίσουν τα βουνά, να πρασινίσου οι κάμποι,
ν’ ανοίξουν τα γαρούφαλα, να γίνουν τα λουλούδια,
να φορτωθείς, να στολιστείς, να πας στον Κάτου Κόσμο,
να βάλου οι νιοί στα φέσια τους κι οι νιές στις τραχηλιές τους,
και τα μικρά στα χέρια τους, να λησμονούν τη μάνα.


5.
Κάτου στα Τάρταρα της γης, τα κρυοπαγωμένα,
μοιρολογούν οι λυγερές και κλαιν τα παλικάρια:
Τάχα να στέκει ο ουρανός, να στέκει ο Απάνου Κόσμος,
να στέκουν τα χοροστασιά, σαν που ήτανε και πάντα,
να λειτουργιώνται οι εκκλησιές, να ψέλνουν οι παπάδες;


6.
Τώρα στον αποχωρισμό τρεις ποταμούς διαβαίνω:
Ο ένας χωρίζει αντρόγενα, κι ο άλλος χωρίζει αδέρφια,
κι ο τρίτος ο φαρμακερός τη μάνα απ’ τα παιδιά της.





ΕΙΣ ΑΓΟΥΡΟΝ
Για ιδές καιρό που διάλεξες, Χάρε μου, να τον πάρης,
'ς τα έβγα του καλοκαιριού, 'ς τα έμπα του χειμώνα,
να πάρης τάνθη οχ τα βουνά, λελούδια από τους κάμπους,
να πάρης τον αμάραντο, να τον μαράν' ή πλάκα.
Άλλο

Δεν είναι κρίμα κι' άδικο, παραλογιά μεγάλη,
να στέκουν τα παλιόδεντρα και τα σαρακιασμένα,
να πέφτουνε τα νιόδεντρα με τάνθη φορτωμένα;
Άλλο

Ήλιε μου, πώς εβιάστηκες να πας να βασίλεψης,
ν' αφήσης το σπιτάκι σου κι' αλλού να πας να φέξης;
Άλλο

Δε σόμοιαζε, λεβέντη μου, 'ς τη μαύρη γης για νά μπης,
μόν' σόμοιαζε να κάθεσαι 'ς ένά μορφο τραπέζι,
να τραγουδάς να χαίρεσαι, να σε κερνούν να πίνης.
Άγουρ', άγουρε δροσερέ κρουσταλλοβραχιονάτε,
χρυσά ήταν τα καλίγια σου κι' αργυρά τα σφυριά σου,
και το σφυρί που σφύριζε με το μαργαριτάρι.
Νύχτα σελλώνει τάλογο, νύχτα το καλιγώνει,
νύχτα περνάει το 'Ρουφιά, το φοβερό ποτάμι.
Πάει να πάρη το φιλί πρου βρέξη, πρου χιονίση.
Άλλο

Δε σόπρεπε, δε σόμοιαζε 'ς τη γη κρεβατοστρώση,
μόν' σόπρεπε, μόν' σόμοιαζε 'ς του Μάη το περιβόλι,
ανάμεσα σε δυο μηλιαίς, σε τρεις νεραντζοπούλαις,
να πέφτουν τ' άνθ' απάνου σου, τα μήλα 'ς την ποδιά σου,
τα κρεμεζογαρούφαλα τριγύρω 'ς το λαιμό σου.
Άλλο

Το νιο που συνεβγαίνουμε τι έχουμε να του πούμε;
πού το ψηλός σαν άγγελος, λιγνός σαν κυπαρίσσι,
πού χε το Μάη 'ς τοϊς πλάταις του, την άνοιξη 'ς τα στήθη,
τάστρα και τον αυγερινό 'ς τα μάτια και 'ς τα φρύδια,
πού τον 'ς τους κάμπους το βιολί, 'ς την εκκλησιά καντήλι,
ήτανε και 'ς το σπίτι του καράβι αρματωμένο.
Και το βιολί τσακίστηκε, και το καντήλι εσβήστη,
και το καράβι τόμορφο κ' εκείνο απικουπίστη.






ΕΙΣ ΜΙΚΡΟΝ ΠΑΙΔΙ
Πάννε και σου, παιδάκι μου, με τάλλα τα παιδάκια,
'ς του παραδείσου το πλατύ μαεύγουλ λουλουδάκια.
Άλλο

Εμέναν το παιδάτσιμ μου μέλιν ετάϊζέ μας,
της πικροδάφνης το ζουμίν υστέρα πότισε μας.
Άλλο

Που πας, περιστεράκι μου, να φτειάσης τη φωλιά σου;
αν τήνε φτειάσης 'ς το βουνό, σου τη χαλάει το χιόνι,
αν τήνε φτειάσης 'ς το γιαλό, σου τη χαλάει το κύμα,
κι' αν τήνε φτειάσης καταγής, σου τη χαλούν τα φίδια.

Πού διάης, περιστεράκι μου, να φτειάσης τη φωλιά σου,
κ' εμάρανες τα χείλη μου κ' έκαψες την καρδιά μου;
Άλλο

[Το μοιρολόγιον τούτο εις μικρόν παιδίον τραγουδείται ενιαχού μέ τινας παραλλαγάς και εις γάμους, αναφερόμενον εις τον χωρισμόν της νύμφης από των γονέων της.]

Πουλάκι νείχα 'ς το κλουβί και το είχα ημερωμένο,
το τάιζα τη ζάχαρη, το πότιζα το μόσκο,
κι' από το μόσκο τον περσό, κι' από τη μυρουδιά του
μου σκανταλίστη το κλουβί και μού φυγε τάηδόνι.
Πήρα τα όρη σκούζοντα και τα βουνά ρωτώντα:
"Βουνά μου και λαγκάδια μου και κάμποι με τα ρόδα,
μην είδατε ταηδόνι μου κ' έπέρασε πετώντας;
-Εχτές προχτές επέρασε και πάει 'ς τον Κάτου Κόσμο.
Τη νύχτα κλαίει για βυζί και την αυγή για μάννα
και μέσ' 'ς τα ξημερώματα ποιος να το ξετυλίξη."
Άλλο

Μεσ' 'ς τά μπα του καλοκαιριού και 'ς τά βγα του χειμώνα,
τήρα καιρό που διάλεξε να πάρη, να μισσέψη!
Παιδί μου, δεν απόμενες, δεν άφηνες αγάλια,
όσο ν' ανθίσουν τα βουνά, να πρασινίσου οι κάμποι,
ν' ανοίξουν τα γαρούφαλα, να γίνουν τα λουλούδια,
να φορτωθής να στολιστής, να πας 'ς τον Κάτου Κόσμο,
να βάλου οι νιοι 'ς τα φέσια τους κ' οι νιαις 'ς τοις τραχηλιαίς τους,
και τα μικρά 'ς τα χέρια τους, να λησμονούν τη μάννα.






ΕΙΣ ΧΗΡΑΝ
Κυρά, που κάθεσαι ψηλά, κατέβα παρακάτω,
και κάτσε με τοις άμοιραις, και κάτσε με τοις χήραις,
και τίναχ' το κεφάλι σου, να γκρεμιστή η κορώνα,
τίναξε και το δάχτυλο, να πέση η αρραβώνα,
και βγάλ' τα κατακκόκκινα, και φόρεσε τα μαύρα.
Τα κόκκινα είναι της χαράς, τα μαϋρα είναι της λύπης.

Η χήρα μέσα κάθεται κι' όξω την κουβεντιάζουν,
αν περπατήση ταπεινά, της λεν πώς καμαρώνει,
κι' αν περπατήση ογλήγορα, της λεν πως εζουρλάθη,
κι' αν κουβεντιάση μ' άλλονε, της λεν, άντρα γυρεύει,
κι' αν νέθη και τη ρόκα της, της λεν πως προίκα φτειάνει,
κι' αν αρρωστήση και καμιά, της λεν παίδι θα κάμη.
Άλλο

Χήρα σπερώνει 'ς το βουνό, κανείς δεν τη μαζώνεΐ.
Ψιλή φωνίτσα νέβαλε όση κι' αν εδυνάστη.
"Πού είσαι, καλέ μου σύντροφε, καλέ μου νοικοκύρη;
αν είσαι εμπρός καρτέρα με, και πίσω μίλησέ με,
κι' αν είσαι 'ς άκρη ποταμιού, στάσου να με περάσης,
γιατί είμαι η δόλια αδύνατη και δέν μπορ' να περάσω.






Η ΛΥΓΕΡΗ ΣΤΟΝ ΑΔΗ
Καλά τό χουνε τα βουνά, καλόμοιρ' ειν' οι κάμποι,
που Χάρο δεν παντέχουνε, Χάρο δεν καρτερούνε,
το καλοκαίρι πρόβατα και το χειμώνα χιόνια.

Τρεις αντρειωμένοι βούλονται να βγουν από τον Άδη.
Ο ένας να βγη την άνοιξη, κι' ο άλλος το καλοκαίρι,
κι' ο τρίτος το χινόπωρο, οπού είναι τα σταφύλια.
Μια κόρη τους παρακαλεί, τα χέρια σταυρωμένα.
Γϊα πάρτε με, λεβέντες μου, για τον Απάνου κόσμου.
-Δεν ημπορούμε, λυγερή, δεν ημπορούμε, κόρη.
Βροντομαχούν τα ρούχα σου κι' αστράφτουν τα μαλλιά σου,
χτυπάει το φελλοκάλιγο και μας ακούει ό Χάρος.
-Μα γω τα ρούχα βγάνω τα και δένω τα μαλλιά μου,
κι' αυτό το φελλοκάλιγο μέσ' 'ς τη φωτιά το ρηχνω.
Πάρτε με, αντρειωμένοι μου, να βγω 'ς τον Πάνω κόσμο,
να πάω να ιδώ τη μάννα μου ως χλίβεται για μένα.
-Κόρη μου, εσένα η μάννα σου 'ς τη ροϋγα κουβεντιάζει.
-Να ιδώ και τον πατέρα μου πως χλίβεται για μένα.
-Κόρη μου, κι' ο πατέρας σου 'ς το καπελειό ειν' και πίνει.
-Να πάω να ιδώ ταδέρφια μου πως χλίβονται για μένα.
-Κόρη μου, εσέν' ταδέρφια σου ριχτούνε το λιθάρι.
-Να ιδώ και τα ξαδέρφια μου πως χλίβονται για μένα.
-Κόρη μου, τα ξαδέρφια σου μέσ' 'ς το χορό χορεύουν."

Κ' η κόρη ναναστέναξε βαθιά 'ς τον Κάτω κόσμο,
κι' ανάψανε τα καπελειά, κ' εκάησαν οι ρούγαις,
εκάη και το λιθόρεμα, πόρριχταν το λιθάρι,
εκάη κ' η δίπλη του χορού, π' εχόρευε η γενιά της.






ΜΑΝΑΣ ΕΙΣ ΚΟΡΗΝ
Κόρη μου, σε κλειδώσανε κάτω 'ς την Αλησμόνη,
που 'ς τό μπα δίγουν τα κλειδιά, 'ς το έβγα δεν τα δίγουν,
και 'ς το μπαινοξανάβγαρμα σφιχτά σε μανταλώνουν,
που κόρη μάννας δε μιλεί, μηδέ 'ς την κόρη η μάννα,
μηδέ τα τέκνα 'ς τους γονιούς, μηδέ οι γονιοί 'ς τα τέκνα,
κι' ο βασιλές ακόμη κει με όλους μας ειν' ίσια.
Εκεί 'ν'τα σπίτια σκοτεινά, οι τοίχοι ραχνιασμένοι,
εκεί μεγάλοι και μικροί ειν' ανακατεμένοι.






ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ
Κάτου 'ς τα Τάρταρα της γης, τα κρυοπαγωμένα,
μοιρολογούν οι λυγεραίς και κλαιν τα παλληκάρια.
"Τάχα να στέκη ο ουρανός, να στέκει ο Απάνου κόσμος,
να στέκουν τα χοροστασιά, σαν που ήτανε και πάντα,
να λειτουργειώνται οι εκκλησιαίς, να ψέλνουν οι παπάδες;"
Άλλο

Τώρα 'ς τον αποχωρισμό τρεις ποταμούς διαβαίνω,
ο ένας χωρίζει αντρόγενα, κι' ο άλλος χωρίζει αδέρφια,
κι' ο τρίτος ο φαρμακερός τη μάνν' απ' τα παιδιά της.
Άλλο

Για πες μου, τι του ζήλεψες αυτού του Κάτου κόσμου;
Ευτού βιολιά δεν παίζουνε, παιγνίδια δε βαρούνε,
ευτού συδυό δεν κάθουνται, συντρείς δεν κουβεντιάζουν,
είναι κ' οι νιοι ξαρμάτωτοι, κ' οι νιαις ξεστολισμέναις,
και των μαννάδων τα παιδιά σα μήλα ραβδισμένα.
Άλλο

[Ο Αντρειόβλαχος, η ως αι άλλαι παραλλαγαί τον λέγουν, ο Τάταρης, είναι ο Χάρος, διότι το τραγούδι είναι αλληγορικόν, αναφερόμενον εις καλλίτεκνον μητέρα, την οποίαν ο θάνατος εστέρησεν όλα τα τέκνα της.]

Άσπρε σταυραϊτέ, πανώρια γερακίνα,
τι είδες, τι άκουσες εκεϊ ψηλά που τρέχεις;
-Θάλασσαις πικραίς, καράβια βουρκωμένα,
κάτου 'ς το Μοριά, κάτου 'ς το περιγιάλι,
σέρνει ο Αντρειόβλαχος εννιά αδερφούς δεμένους
σε μιαν άλυσο, σε μια μακρειά αλυσίδα.
Πάει κ' η μάννα τους, κοντά περικαλιώντα.
"Φέντη Αντρειόβλαχε, αφέντη των παιδιών μου,
χάρισε κ' εμέ κανέν' απ' τα παιδιά μου,
το μικρότερο, το μεγαλύτερο μου,
ή τον Κωσταντή, που ειν' αρρεβωνιασμένος."
Σκούζει το μικρό και λέει το μεγάλο.
"Τάχ'το, η μάννα μου, πως ήσουνα μηλίτσα,
άνθισες μικρή και κάρπισες μεγάλη,
φύσηξε βοριάς, σ' τα τίνιαξε τα μήλα."
Άλλο

Καλότυχα είναι τα βουνά, καλότυχοι ειν' οι κάμποι,
που Χάρο δεν ακαρτεροΰν, φονιά δεν περιμένουν,
μόν' περιμένουν άνοιξη, τόμορφο καλοκαίρι,
να πρασινίσουν τα βουνά, να λουλουδούν οι κάμποι.
Άλλο

[Μοιρολόγι εις νέον αποθανόντα την άνοιξιν. Τούτο λέγεται ότι τραγούδησε και ο Διάκος απαγόμενος εις τον τόπον της καταδίκης του.]

Για ιδές καιρόν που διάλεξε ο Χάρος να σε πάρη,
τώρα π' ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γης χορτάρι.






ΟΤΑΝ ΞΕΨΥΧΗΣΗ
Τώρα, ουρανέ μου, βρόντησε, τώρα, ουρανέ μου, βρέξε,
ρήξε 'ς τους κάμπους τη βροχή και 'ς τα βουνά το χιόνι,
'ς του πικραμένου την αυλή τρία γυαλιά φαρμάκι.
Τό να να πίνη την αυγή τ' άλλο το μεσημέρι,
το τρίτο το πικρότερο 'ς το δείπνο, όταν δειπνάη.
Άλλο


'Σ του πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει,
μον' είναι πάντα συννεφιά και βασιλεύει αντάρα,
φυτρώνει ο πικραπήγανος, να τρων οι πικραμένοι,
να τρων οι μάνναις τοις κορφαίς, κ' οι αδερφαίς τους κλώνους,
γυναίκες των καλών αντρών να τον ξεθεμελιώνουν.
Άλλο

Πρέπει η γης να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνη,
πρέπει νά τηνε σπέρνουνε κλωνιά μαργαριτάρι,
πρέπει να τη σκαλίζουνε με χρυσά σκαλιστήρια,
που τρώγει αϊτούς και σταυραϊτούς, και νιαϊς με τα στολίδια,
τρώει του μαννάδων τα παιδιά, τουν αδερφιών ταδέρφια,
που τρώγει και τα αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα.
Άλλο

Ο Κύριος έκαμε τη γη κ' εστόλισε τον κόσμο,
μα μόνο τρία πράματα δεν έμπεψε 'ς τον κόσμο,
γιοφύριν εις τη θάλασσα και γαγερμό 'ς τον Νάδη,
και σκάλαν εις τον ουρανό να πχαίνου να γαγέρνου.
Άλλο

Μέσα η καρδιά μου με πονεί, μα δεν ηξεύρω τι έχει,
κάνε πουλί τήνε τσιμπά, κάνε θηριό την τρώγει,
κάνε μαχαίρι δίκοπο είναι και τήνε κόβει.
Άλλο

Τίνος να ειπώ το ντέρτι μου, το ντέρτι της καρδιάς μου;
Να σας το ειπώ ψηλά βουνά; ψηλά είστε δεν τ' ακούτε,
να σας το ειπώ ψηλά δεντρά; φυσάει βοριάς, το παίρνει,
να σας το ειπώ χαμόκλαρα; φυσάει νοτιά, το παίρνει.
Εγείραν τα δεντρόφυλλα κι' ακούμπησαν 'ς το χιόνι,
σε μελετάει ταχείλι μου, μέσα η καρδιά μου λειώνει.
Άλλο

Τα ρούχα μου και τα καλά όποιος τα βρη, ας τα πάρη,
μα της καρδιάς μου τον καϊμό κανένας να μην πάρη.
Άλλο

Τα μοιριολόγια τά σωσα, τα δάκρυα μου στερέψαν,
θα πάρω δάκρυα δανεικά και μοιριολόγια ξένα,
τα μοιριολόγια απ' ταρφανά, τα δάκρυα από τοις χήραις.
Άλλο

Εγώ για το χατίρι σου τρεις βάρδαις είχα βάλη,
Είχα τον ήλιο 'ς τα βουνά, και τον αϊτό 'ς τους κάμπους,
και το βοριά το δροσερό τον είχα 'ς τα καράβια.
Μα ο ήλιος εβασίλεψε, κι' ο αϊτός αποκοιμήθη,
και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.
Κ' έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε.
Άλλο

Τήρα μη μοιάσης του λαγού, οπού γεννάει κι' αρνειέται.
Μοιάσε της πετροπέρδικας, της αηδονολαλούσας,
που κάνει δεκοχτώ πουλιά, κανένα δεν αρνειέται,
κι' αν πέστι αϊτός και πάρη ένα, εν' από τα πουλιά της,
κάνει καιρούς να πιη νερό, καιρούς να κελάϊδήση.
Κι' οπόβρη ξάστερο νερό, θολώνει και το πίνει,
κι' οπόβρη μαυρη καψαλιά, θα κάτστι να βοσκήση,
κι' οπόβρη μαύρο κούτσουρο, θα κάτση να λαλήση.






ΟΤΑΝ ΣΗΚΩΝΟΥΝ ΤΟΝ ΝΕΚΡΟ
Αυτού που βούλεσαι να πας, κι' όπου ξεπερατειέσαι,
αν εύρης νιους χαιρέτα τους, και νιαις κουβέντιασέ τους,
κι' αν εύρης και μικρά παιδιά γλυκά παργόρησέ τα.
Μην κάμης νιαις να κλάψουνε και νιους ν' αναστενάξουν,
μην κάμης και μικρά παιδιά και θυμηθούν τη μάννα.
Μην πης πως έρχεται Λαμπρή, πως έρχονται γιορτάδες.
Πες του Χριστού πως χιόνιζε και τη Λαμπρή θα βρέχη,
και την ημέρα τ' άη Θωμά θα σέρνουν τα ποτάμια.
Πως δε θα βγούνε τα παιδιά με ταις γλυκειάϊς μαννάδες,
ούτε θα βγουν τ' άδρόγενα να πολυαγαπημένα.
Άλλο


"Παράγγειλε μου, μάτια μου, το πότε θέλεις να ρθης,
να στρώσω ρόδα 'ς τα βουνά, τριαντάφυλλα 'ς τους κάμπους.
-Κι' α στρώσης ρόδα, μάζω τα, τριαντάφλα, μύρισέ τα,
κ' εγώ πίσω δεν έρχομαι και πίσω δεν γυρίζω.
Πήγα 'ς της Άρνης τα βουνά, 'ς της Άρνης τα λαγκάδια,
π' αρνειέται η μάννα το παιδί, και το παίδι τη μάννα,
π' Αρνειώνται και ταντρόγενα και πλια δεν ανταμώνουν."
Άλλο

"Ευτού που κίνησες να πας 'ς το μακρινό ταξίδι,
θέλω να ειπής 'ς τη μάννα σου πότε θα ρθης 'ς το σπίτι,
νά χω κ' εγώ μια παντοχή, νά χω και την ελπίδα,
λελούδια να χω 'ς την αυλή, τριαντάφυλλα στρωμένα,
να σου χω γιόμα μυστικό, και δείπνο να δειπνήσης,
να χω νερό για να λουστής, ρούχα καλά ν' άλλαξης,
να στρώσω και την κλίνη σου, να πέσης να πλάγιασης.
-Λελούδια συ να τα χάρης, τριαντάφυλλα να τά χης,
κι' αν έχης γιόμα, γέψου το και δείπνο δείπνησέ το,
κι' αν έχης και νερό ζεστό, λούσου το μοναχή σου,
κι' αν εχης ρούχα φόρεσ' τα, κοιμήσου 'ς το κρεβάτι.
Το δρόμον οπού πέρασα, δεν τον ξαναδιαβαίνω.
Θα πάω 'ς της Άρνης τα βουνά, 'ς της Αρνεσιάς τη βρύση,
κ' έχω της γης για στρώματα, σεντόνια έχω το χώμα,
και γεύομαι τον κουρνιαχτό, δειπνάω από το χώμα,
και πίνω τ' ωριοστάλαχτο της πλάκας το φαρμάκι.
-Σαν αποφάσισες να πας, να μην ξαναγυρίσης,
άνοιξε τα ματάκια σου να μ' αποχαιρετήσης,
να μας αφήσης το χε γεια και το μεγάλον πόνο."
Άλλο

Αϊτός ξεβγαίνει από τη γη, καϊμένα εϊν' τα φτερά του,
κι' άλλος αϊτός τον ρώταγε, κι' άλλος αϊτός του λέγει.
"Για πες μας, πες μας, σταυραϊτέ, τι κάνουν οι δικοί μας;
-Είδες εμέ το σταυραϊτό πως είναι τα φτερά μου;
Έτσι ειν' της μάννας τα παιδιά, των αδερφιών ταδέρφια,
έτσι είν' των κακορίζικων τα πρώτα τους αιταίρια,
τα πρώτα τους και τα καλά, τα πολυαγαπημένα."

Για κάτσετε, σιγήσετε, να ιδούμε ποιος μας λείπει.
Μας λείπει ο κάλλιος του σπιτιού κι' ο πρωτονοικοκύρης,
που ήταν 'ς το σπίτι φλάμπουρο, 'ς την εκκλησιά φανάρι,
το φλάμπουρο τσακίστηκε, και το φανάρι εσβήστη.
Κρίμα 'ς εκείνον που έπεσε, κι' αλλιά 'ς εκειόν πόστάθη.
Άλλο

Είχα μηλιά 'ς την πόρτα μου και δέντρο 'ς την αυλή μου,
και τέντα κατακόκκινη το σπίτι σκεπασμένο,
και κυπαρίσσι ολόχρυσο κ' ήμουν ακουμπισμένη,
είχα κι' ασημοκάντηλο 'ς το σπίτι κρεμασμένο.
Τώρα η μηλιά μαράθηκε, το δέντρο ξερριζώθη,
και η τέντα η κατακόκκινη, και κείνη μαύρη εγίνη,
το κυπαρίσσι το χρυσό έπεσε κ' ετσακίστη,
τασημοκάντηλο έσβησε, το σπίτι δε φωτάει.
Άλλο

Ποιος ήταν κείνος πόβανε φωτιά 'ς το περιβόλι,
κ' εκάη η φράχτη τάμπελιοϋ κ' εκάη το περιβόλι,
κ' εκάησαν τα δυο δεντρά, που ήσαν αδερφωμένα;
Καϊ τό να κάη κ' έπεσε, και τάλλο κάη κ' έστάθη.
Κείνο που κάη κ' έπεσε, εβγήκε από τοις έννοιαις,
κείνο που κάη κ' έμεινε, πολλά χει να πέραση.
Θα το φυσήξη κι' ο βοριάς, και θα το βρέξη ο νότος,
θα ρήξη ξεροπάγουνο να κάψη την καρδιά του.
Άλλο

Θιαμαίνομαι, ξενίζομαι και μοναχός θιαμάζω,
πως δε ραγίζουν τα βουνά, δε πέφτει τάστρι κάτου
από τον πόνο τς αδερφής κι' απ' τον καϊμό της μάννας
κι' από το βαριοστεναμό του μαύρωνε χηράδω.






ΤΗΣ ΛΥΓΕΡΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ
Η Ευγενούλα η μοσκονιά κ' η μικροπαντρεμένη
εβγήκε κ' επαινεύτηκε πως Χάρο δε φοβάται,
γιατί ειν' τα σπίτια της ψηλά, κι' ο άντρας της παλληκάρι,
γιατί έχει τους εννιά αδερφούς, τους καστροπολεμίταις,
π' όλα τα κάστρα πολεμούν κ' οι χώραις παραδίνουν.
Κι' ο Χάρος όπου τ' άκουσε, πολύ του βαρυφάνη.
Μαύρο πουλί νεγίνηκε, σαν άγριο χελιδόνι,
εβγήκε κ' εσαϊττεψε τη μοναχή την κόρη
μέσ' 'ς το λιανό το δάχτυλο που χε την αρραβώνα.

Κ' εμπαινοβγαίνουν οι γιατροί και γιατρεμό δε βρίσκουν,
κ' εμπαινοβγαίνει η μάννα της με τα μαλλιά λυμένα.
"Τί έχεις, μαννούλα μου, και κλαις, τι έχεις κι' αναστενάζεις;
-Πεθαίνεις, Ευγενούλα μου, και τι μου παραγγέλνεις;
-Σ' αφήνω, μάννα, το έχε γεια και ντύσε με σα νύφη,
κι' όταν θα σόρθη ο Κωνσταντής να μη μου τον πικράνης,
μόν' στρώσ' του γιόμα να γευτή και δείπνο να δειπνήση,
κι' άπλωσε μεσ' 'ς την τσέπη μου και πάρε το κλειδί μου,
και βγάλ' τον αρραβώνα του και τα χαρίσματα του,
και δώσ ' του τα του Κωσταντή, αλλού ν' αρραβωνίση,
ωσάν κ' εγώ παντρεύομαι, παίρνω το Χάρον άντρα."

Κι' ο Κωσταντής επρόβαλε 'ς τους κάμπους καβαλλάρης,
με δεκαπέντε φλάμπουρα, μ' εννιά ζυγιαίς παιχνίδια,
με τετρακόσιους άρχοντες, πεζούς καβαλλαραίους.
Βλέπει μεγάλη σύναξη, οπού ναι μαζωμένοι.
"Για χαμηλώστε, φλάμπουρα, πάψετε σεις, παιχνίδια,
γιατί σταυρός επρόβαλε απ' το πεθερικό μου,
για πεθερός μου πέθανε, για πεθερά μου χάθη,
για απ' τα γυναικαδέρφια μου κανένα νεσκοτώθη."
Και τάλογό του εβάρεσε 'ς του πεθερού να πάγη.

Αυτού σιμά, αυτού κοντά βαστούσε μοναστήρι.
Βρίσκει τον πρωτομάστορη κ' έκανε το κιβοΰρι.
'"Να ζήσης, πρωτομάστορη τίνος είν' το κιβοΰρι;
-Είναι τανέμου, του καπνού και της ανεμοζάλης.
-Για πέ μου, πρωτομάστορη, καθόλου μη μου κρύψης.
-Ποιος έχει γλώσσα να σ' το πη, στόμα να σου μιλήση.
Τούτ' η φωτιά που σ' άναψε, ποιος θε να σου τη σβήση;
Η Ευγενούλα απέθανε νη πολυαγαπημένη.
-Να ζήσης, πρωτομάστορη, κάμε το πιο μεγάλο.
Νά ναι πλατύ, νά ναι μακρύ, νά ναι για δυο νομάτους."
Βιτσιά βαρεί ταλόγου του, 'ς του πεθερού του πάει.
Βρίσκει παπάδες πόψελναν, μοιρολογίστραις κλαίουν.
"Μεριά σταθήτε, ψάλτηδες, μεριά, μοιρολογίστραις!"
Χρυσό μαντήλι σήκωσε την είδε απεθαμένη.
Σκύφτει, φιλεί γλυκά γλυκά, γλυκά την αγκαλιάζει,
χρυσό μαχαίρι νέβγαλε ναπ' αργυρό φηκάρι,
ψηλά ψηλά το σήκωσε και 'ς την καρδιά το χώνει.

Εκεί που θάψανε το νιο φύτρωσε κυπαρίσσι,
κ' εκεί που θάψανε τη νια εβήκε καλαμιώνα.
Λυγογυρίζει η καλαμιά, σκύφτει το κυπαρίσσι.
Κ' ένα πουλί κελάδαε, 'ς άλλο πουλί ξηγειώνταν.
"Για δες τα τα κακόμοιρα, τα πολυαγαπημένα!
δε φιλήθηκαν ζωντανά, φιλειούνται πεθαμένα."
Άλλο

Γιατί είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;
Μην άνεμος τα πολεμά, μήνα βροχή τα δέρνει;
Κι' ουδ' άνεμος τα πολεμά, κι' ουδέ βροχή τα δέρνει,
μόνε διαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμένους.
Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέροντες κατόπι,
τα τρυφερά παιδόπουλα 'ς τη σέλλα αραδιασμένα.
Παρακαλούν οι γέροντες, κ' οι νέοι γονατίζουν,
και τα μικρά παιδόπουλα τα χέρια σταυρωμένα.
"Χάρε μου, διάβ' από χωριό, κάτσε σε κρύα βρύση,
να πιουν οι γέροντες νερό, κ' οι νιοι να λιθαρίσουν,
και τα μικρά παιδόπουλα λουλούδια να μαζώξουν.
-Ανεί διαβώ ναπό χωριό, αν από κρύα βρύση,
έρχονται οι μάνναις για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους,
γνωρίζονται τ' αντρόγενα και χωρισμό δεν έχουν."
Άλλο

Ποιος έχει πέτρινη καρδιά, θέλω να μη ραΐση,
να ειπώ τραγούδι χλιβερό και παραπονεμένο,
μηδ' από χήραις τ' άκουσα, μηδ' από παντρεμέναις,
του Χάρου η μάννα τό λεγε, τό σουρνε μοιρολόγι.

"Πόχουν παιδιά, ας τα κρύψουνε, κι' αδέρφια, ας τα φυλάξουν,
γυναίκες των καλών αντρώ, να κρύψουνε τους άντρες,
γιατί έχω γιο κυνηγητή, γιατί έχω γιο κουρσάρο.
Ούλο τοις νύχταις περπατεϊ και τοις αυγαίς κουρσεύει,
κι' οπόβρη τρεις παίρνει τους δυο, κι' οπόβρη δυο τον ένα,
κι'οπόβρη κ' ένα μοναχό, κείνον τον ξεκληρίζει."

Μα να τον και κατέβαινε 'ς τους κάμπους καβελλάρης.
Μαύρος ήταν, μαύρα φορεί, μαύρο και τάλογό του,
σέρνει στελέττα δίκοπα, σπαθιά ξεγυμνωμένα,
στελέττα τα χει για καρδιαϊς, σπαθιά για τα κεφάλια.






ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΕΙΣ ΠΑΙΔΙ
Α δε φουσκώση η θάλασσα, ο βράχος δεν αφρίζει,
κι' αν δε σε κλάψη η μάννα σου, ο κόσμος δε δακρύζει.
Άλλο

Εσύ, παιδί μου, εκίνησες να πας 'ς τον Κάτου κόσμο,
κι' αφήνεις τη μαννοϋλα σου πικρή, χαροκαμένη.
Παιδάκι μου, τον πόνο σου πού να τον απιθώσω;
που κι' αν τον ρήξω τρίστρατα, τον παίρνουν οι διαβάταις,
κι' αν τον αφήσω 'ς τα κλαριά, τον παίρνουν τα πουλάκια.
Πού να βαλθούν τα δάκρυα μου για τον ξεχώρισμό σου;
Αν πέσουνε 'ς τη μαύρη γης, χορτάρι δε φυτρώνει,
αν πέσουνε 'ς τον ποταμό, ο ποταμός θα στύψη,
αν πέσουνε 'ς τη θάλασσα, πνίγονται τα καράβια,
κι' αν τα σφαλίσω 'ς την καρδιά, γλήγορα σ' ανταμώνω.
Άλλο

Οποιά χασε τον άντρα της, έχασε την τιμή της,
κι' οποιά χασε τη μάννα της, έχασε την κουβέντα,
κι' όποιά χασε τον αδερφό, έχασε τα φτερά της,
κι' όποιά χασε την αδερφή, έχασε το σιριάνι,
κι' όποιά χασε μικρά παιδιά, έχασε την καρδιά της.






ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ
Παρακαλώ σε, μάννα μου, μια χάρη να μου κάμης,
ποτέ σου γέρμα του γηλιού μην πιάνης μοιρολόγι,
γιατί δειπνάει ο Χάροντας με τη Χαρόντισσά του.
Κρατώ κερί και φέγγω τους, γυαλί και τους κερνάω,
κι' άκουσα τη φωνοϋλα σου κ' εσπάραξε η καρδιά μου,
και μου ραγίστη το γυαλί και το κερί μου σβήστη,
και στάζει η στάλα του κεριού μέσ' 'ς τους αποθαμένους,
καίει των νυφάδων τα χρυσά, του νιώνε τα στολίδια.
Θυμώνει ο Χάρος με τα με, 'ς τη μαύρη γης με ρήχνει,
το στόμα μ' αίμα γιόμισε, ταχεϊλι μου φαρμάκι.
Άλλο

Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου,
ψες έχασα μια λυγερή, μια ακριβοθυγατέρα,
να μη την είδες πουθενά, να μη την απαντήσες;
-Εψές προχτές την είδηκα 'ς του Χάρου το σαράι.
Ό Χάρος έτρωγε ψωμί, κ' η κόρη τον κερνούσε,
κ' έτρεχαν τα ματάκια της σα μαρμαρένια βρύση,
κ' έτρεμε κ' η καρδούλα της σα μήλο μαραμμένο.
Κι' από το συχνοκέρασμα της πέφτει το ποτήρι,
μάιτε σε πέτρα βάρεσε, μάιτε σε καλντιρίμι,
μέσα 'ς του Χάρου την ποδιά έπεσε κ' ερραΐστη.
Του Χάρου κακοφάνηκε, γυρίζει και της λέει.
"Τι έχεις, κόρη, που χλίβεσαι και χύνεις μαύρα δάκρυα,
και τρέχουν και τα μάτια σου σα μαρμαρένια βρύση;
Μη σε πονεί οχ τη μάννα σου, να στείλω ναν τη φέρω;
-Δε με πονεί οχ τη μάννα μου, μη στέλνης νάν τη φέρης.
-Μη σε πονεϊ οχ ταδέρφια σου, να στείλω νάν τα φέρω;
-Δε με πονεϊ οχ ταδέρφια μου, μη στέλνης ναν τα φέρης,
μόν' με πονεϊ οχ το σπίτι μου κι' οχ τον Απάνω κόσμο.
-Α σε πονέ οχ το σπίτι σου, πλια δεν το μεταβλέπεις."






ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ
Ο Χάρος έκατσε ψηλά και τραγουδεί πανώρια,
λέει τραγούδια τση χαράς και περισσοκαυκάται.
"Για ιδέ σπίθιαν τα ρήμαξα κι' αυλαίς αράχνιασά τσοι,
και αδέρφια που ξεχώρισα, πού σαν αγαπημένα,
κ' οι στράταις καμαρώναν τα κι' ο κόσμος έτρεμέν τα.
Χώρισα μάνναις 'πο παιδιά, παιδιά 'πού τσοι μαννάδες,
εχώρισα κι' αντρόϋνα που σαν αγαπημένα."






ΤΟΥ ΛΕΒΕΝΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ
Λεβέντης ερροβόλαγε από τα κορφοβούνια,
με το μαντήλι 'ς το λαιμό, το βαροκεντημένο.
Είχε το φέσι του στραβά και τα μαλλιά κλωσμένα,
κ' έστριφτε το μουστάκι του και ψιλοτραγουδοϋσε.
Κι' ό Χάρος τον αγνάντεψε από ψήλη ραχούλα,
καρτέρι πάει και τόβαλε 'ς ένα στενό σοκάκι.
'Γεια σου, χαρά σου, Χάροντα. - Καλό 'ς το το λεβέντη.
Λεβέντη μ', πούθεν έρχεσαι, λεβέντη μ', πού πηγαίνεις;
-Από τη μάντρα μου έρχομαι, 'ς το σπίτι μου πηγαίνω.
Πάου να πάρω το ψωμί και πίσω να γυρίσω.
-Λεβέντη μ', μ' έστειλε ο Θεός, να πάρω την ψυχή σου.
-Χωρίς ανάγκη κι' αρρωστιά ψυχή δεν παραδίνω.
Μον' έβγα να παλέψουμε σε μαρμαρένιο αλώνι,
κι' α με νικήσης, Χάροντα, να πάρης την ψυχή μου,
κι' α σε νικήσω πάλι εγώ, πήγαινε 'ς το καλό σου."

Πιαστήκαν και παλεύανε απ' το πουρνό ως το βράδυ,
κ' εκεί 'ς το γύρισμα του ηλιού που τρέμ' να βασιλέψη
ακούν το νιο που βόγγυξε και βαριαναστενάζει.
"Άσε με, Χάρε μ', άσε με παρακαλώ να ζήσω,
τι έχω τα πρόβατα άκουρα και το τυρί 'ς το ζύγι,
τι έχω γυναίκα παρανιά και χήρα δεν της πρέπει,
τι έχω παιδί κ' είναι μικρό κι' ορφάνια δεν του μοιάζει.
-Τα πρόβατα κουρεύονται και το τυρί ζυγειέται,
και ταρφανό πορεύεται κ' η χήρα κυβερνειέται."






ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΙΟΥ
Τρώτε και πίνετ', άρχοντες, κ' εγώ να σας δηγούμαι,
κ' εγώ να σάσε δηγηθώ για έναν αντρωμένο,
για ένα νιον, τον είδα γω 'ς τσοί κάμπους κ'εκυνήγα,
κυνήγα κ' ελαγώνευγεν ο νιος κι' αγριμολόγα.
'Σ το γλάκιο πιάνει ο νιος λαγό, 'ς τον πήδο πιάνει αγρίμι,
την πέρδικα την πλουμιστή οπίσω την αφήνει.

Μα ο Χάροντας επέρασε κ' ήτονε μανισμένος.
Έβγαλε, νιε, τα ρούχα σου και θέσε τάρματά σου,
δέσε τα χέρια σου σταυρό, να πάρω τη ψυχή σου.
-Δε βγάνω γω τα ρούχα μου, δε θέτω τάρματά μου,

μηδέ τα χέρια μου σταυρό, να πάρης τη ψυχή μου.
Μ' άντρας εσύ, άντρας κ' εγώ, κ' οι δυο καλ' αντρωμένοι,
κι' άιντε να πα απαλαίψωμε 'ς το σιδερόν αλώνι,
να μη ραΐσουν τα βουνά και να χαλάση η χώρα."

Και πάνε κι' απαλεύγανε 'ς το σιδερόν αλώνι.
Κ' εννιά φοραίς τον έβαλεν ο νιος το Χάρο κάτω.
Μ' απάνω εις τς εννιά φοραίς του Χάρο βαροφάνη.
Πιάνει το νιο 'που τα μαλλιά, χάμαις τον γονατίζει.
Άφις με, Χάρο, τα μαλλιά και πιάσ' μ' απού τη μέση,
και τοτεσάς σου δείχνω γω πώς ειν' τα παλληκάρια.
-Αποκειδά τα πιάνω γω ούλα τα παλληκάρια,
πιάνω κοπέλλαις όμορφαις, κι' άντρες πολεμιστάδες,
και πιάνω και μωρά παιδιά μαζί με τσοι μαννάδες."






ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ
Όμορφο νιον εζύγωνεν ο Χάρος 'ς τη μαδάρα,
μά 'τον ο νιος ογλήγορος κι' ο Χάρος κουρασμένος,
και παίρν' ο νιος το ρίζωμα κι' ο Χάρος την πλαγιάδα.
Πάνω σε πλάκαν έκατσεν ο Χάρος διπλοπόδης,
κ' εσφύριζε κ' εφώναζεν ο Χάρος του στραθιώτη.
"Στραθιώτ', ανίμενε κ' εμέ, που θα σου παραγγείνω.
-Χάροντα, κ' είντα μου βαστάς κ' εγώ να σ' ανιμένω;
-Βαστώ σου ντάργα και σπαθί και κόκκινο λουρίσκο,
βαστώ και τση γυναίκας σου ολόμαυρα να βάλη."

0 Responses to “Μοιρολόγια”

Δημοσίευση σχολίου