Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Το ηπειρωτικό μουσικό ύφος

Στην (εθνο)μουσικολογική προσέγγιση της ποικιλότητας ελληνικής παράδοσης, αν δεν διαθέτουμε ένα έργο καταγραφής και ανάλυσης σαν αυτό του Bιla Bartόk έχουμε ωστόσο σήμερα την πολυτέλεια της μερικής επιβίωσης αυτής της παράδοσης. Φυσικά οι κλειστές κοινωνίες που δημιούργησαν το δημοτικό τραγούδι έχουν από καιρό εκλείψει . ούτε οι συνθήκες συγκρότησής του παραμένουν αμετάβλητες, ούτε βέβαια ο κοινωνικός του ρόλος. Γι' αυτό και η εξελικτική ενσωμάτωσή του στις σύγχρονες κοινότητες της Ηπείρου είναι φαινόμενο αξιοσημείωτο πού, με εξαίρεση ίσως την Κρήτη, δεν έχει αντίστοιχο στον ελληνικό χώρο. Είναι ενδεικτικό το ότι στα σύγχρονα Γιάννινα μετράμε τουλάχιστον τρεις ραδιοφωνικούς σταθμούς που εκπέμπουν αποκλειστικά δημοτική μουσική, που – εκτός των τοπικών πολιτιστικών εκδηλώσεων, λειτουργίας χορευτικών συλλόγων κτλ. – μονοπωλεί χαρακτηριστικά κάθε κοινωνικό γεγονός, ανεξαρτήτως ηλικιακής κλίμακας των συμμετεχόντων. Και μεταφέρει από τα βάθη της ηπειρώτικης παράδοσης όχι μόνο το απολίθωμα του ακούσματός του, αλλά και το μέρος εσωτερικής γνώσης και διαισθητικής φιλοσοφίας που το χαρακτήριζε στην γένεσή του. Γίνεται επομένως αντιληπτό, ότι η πολιτιστική περιφέρεια της Ηπείρου είναι γόνιμος χώρος μουσικής παρατήρησης και έρευνας, του οποίου τις ιδιαιτερότητες θα προσπαθήσουμε, στις γενικές τους γραμμές να συνοψίσουμε παρακάτω.
    Στην σημερινή του μορφή, το δημοτικό τραγούδι της Ηπείρου μπορεί να αναχθεί στις μουσικές εξελίξεις των δύο τελευταίων αιώνων κυρίως. Προηγουμένως, η μουσική φαίνεται να είναι κατά κύριο λόγο φωνητική (αντιφωνικό τραγούδι), ενίοτε με συνοδεία φλογέρας ή /και κρουστού (νταούλι ή ντέφι).
    Η ηπειρώτικη μουσική διακρίνεται πανελλήνια από το αρμονικό και μελωδικό χρώμα που την περιβάλλει: οι μελωδικές γραμμές είναι σύντομες, ο ήχος είναι λυπητερός, ακόμα και τα τραγούδια με εύθυμο σκοπό ή με σατυρικό περιεχόμενο ηχούν “βαριά”. Η άγρια λιτότητα του ορεινού τοπίου δεν μπορούσε παρά ν' αντανακλάται στην αποφυγή κάθε περιττής πληθωρικότητας, ακόμα κι όταν ο καλλιτέχνης καταγίνεται στα τόσο χαρακτηριστικά στολίδια και τσακίσματα. Οι τεχνικές ιδιαιτερότητες στην εκτέλεση μας βοηθούν να κατανοήσουμε τον ηπειρώτικο “τρόπο” και γι' αυτό θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε ιδιαιτερότητες κάθε οργάνου χωριστά.

    Ένα από τα κύρια ηπειρώτικα όργανα, που είναι άλλωστε πανελληνίως διαδεδομένο, είναι η φλογέρα. Συγγενής του αρχαιοελληνικού αυλού, η φλογέρα συνοδεύει το παραδοσιακό τραγούδι, ενώ παράλληλα εμφανίζεται και σόλο εκτελώντας καθαρά οργανικές συνθέσεις. Απλή στην σύλληψή της, κατασκευάζεται και διαμορφώνεται απ' τον ίδιο τον εκτελεστή της. Στο καλάμι, που είναι το συνηθέστερο υλικό, ανοίγονται, μετά από κατεργασία 5-7 τρύπες . ο υπολογισμός των αποστάσεων δεν είναι ακριβής ώστε το όργανο να είναι κουρδισμένο, παρά γίνεται σύμφωνα με τα δάχτυλα του οργανοπαίκτη, που κουρδίζει ενώ παίζει και σε σχέση με τον κάθε σκοπό. Συνεπώς, το όργανο δεν ανταποκρίνεται πλήρως στο συγκερασμένο σύστημα που ορίζει τόνους και ημιτόνια και τα διαστήματα μπορεί να είναι κατά τι αυξημένα ή ελαττωμένα, πράγμα που συμβαίνει πολύ συχνά με τα αυτά της τρίτης (μικρής ή μεγάλης) και της πέμπτης. Γίνεται έτσι δυνατή η επίτευξη διαστημάτων μικρότερων του ημιτονίου, η εκμετάλλευση των οποίων χαρακτηρίζει το ηπειρώτικο ύφος: γύρω από τους βασικούς φθόγγους μιας ηπειρώτικης μελωδίας υπάρχει ένας αριθμός φθόγγων μικρότερης διάρκειας και διαστήματος που οδηγούν την μελωδία στους κύριους φθόγγους. Η οργανική φωνή “σέρνεται” ή “γλιστράει” από τον ένα φθόγγο στον άλλο, όταν πρόκειται για δύο φθόγγους που βρίσκονται σε απόσταση, ο δεύτερος είτε εκτελείται ελαττωμένος και κατόπιν βρίσκει την ακριβή οξύτητά του με glissando μικρού διαστήματος προς τα πάνω, η εκτελείται ορθά, αλλά ελαττώνεται στην συνέχεια με τον ίδιο τρόπο.

    Το ηπειρώτικο αυτό ιδίωμα στην μουσική εκτέλεση υιοθετεί και ο διάδοχος της φλογέρας, το κλαρίνο, που εισάγεται από τη Δύση στις αρχές του 19ου αι. όργανο εξελιγμένο με κλειδιά (σύμφωνα με το σύστημα Albert), είναι συνήθως κουρδισμένο σε Do ή σε Si ύφεση. Είναι απλούστερο απ' αυτό που χρησιμοποιείται στην συμφωνική ορχήστρα, με λιγότερα κλειδιά και αρκετές τρύπες τελείως ακάλυπτες. Στην πραγματικότητα, είναι χάρη σ' αυτές τις τελευταίες που η τεχνική της φλογέρας με τις ιδιαιτερότητές περνά και στο κλαρίνο. Στην αρχή οι οργανοπαίκτες προσπαθούν να αποδώσουν με το κλαρίνο ό,τι παιζόταν με την φλογέρα μιμούμενοι τους καλλωπισμούς και τα κεντήματα της φωνητικής εκτέλεσης, που προσδίνουν στην εξέλιξη της τεχνικής του κλαρίνου δεξιοτεχνικό χαρακτήρα. Χάρη σ' αυτά τα στολίδια ο σκοπός αποκτά μια εσωτερική ρυθμική επιτάχυνση και γίνεται πιο “αλαφρύς” και πιο γοργός από το ίδιο το τραγούδι.


    Το τσάκισμα (mordente), το γλίστρημα (glissando), ή μικρή νότα (appogiatura) ή τρίλια (trillo), τα τρέμουλα (tremoli) και το κλώσιμο (gruppetto) είναι οι “ψεύτικες” νότες που χαρακτηρίζουν την κλαρινιστική εκτέλεση. Το ηπειρώτικο παίξιμο του κλαρίνου εμμένει επιπλέον στον ιδιαίτερο τονισμό, τις αλλοιώσεις διαστημάτων (τρίτης, πέμπτης), τα γλιστρήματα, καθώς και στα ανοδικά πηδήματα με διάστημα έβδομης στις πτώσεις κυρίως των σκοπών.

    Το βιολί, μελωδικό όργανο δυτικής προέλευσης όπως και το κλαρίνο, φαίνεται να ήρθε νωρίτερα στην Ελλάδα. Δεν διαφέρει τεχνικά από το βιολί της συμφωνικής ορχήστρας. Ο ρόλος του στην κομπανία είναι να συμπληρώσει το κλαρίνο και να “γεμίζει” τα κενά, χωρίς όμως να αποκλείεται από τα αυτοσχεδιαστικά μέρη και από τις εκτελέσεις των κύριων θεμάτων. Στην Ήπειρο χαρακτηριστική είναι η χρήση της χαμηλής έκτασης του οργάνου καθώς και των διπλών χορδών που, παίζοντας επαναλαμβανόμενα ρυθμικά μοτίβα, δημιουργούν ένα αρμονικό φάσμα πάνω στο οποίο κινείται το κλαρίνο.

    Αξίζει να τονίσουμε εδώ πως το βιολί σαν άταστο όργανο χρησιμοποιεί την ιδιαιτερότητα της φλογέρας και του κλαρίνου σε ό,τι αφορά τις αλλοιώσεις των διαστημάτων: την τεχνική του glissando, που είναι εύκολη για το βιολί, καθώς κι έναν συνδυασμό glissando και αρμονικών ήχων στην ψηλή έκταση του οργάνου, που μιμείται τρόπον τινά τον κελαηδισμό των πουλιών.

    Το λαούτο ή λαγούτο είναι το πολυφωνικό όργανο της κομπανίας. Ο ρόλος του είναι κυρίως συνοδευτικός και συνίσταται στην αρμονική και ρυθμική κάλυψη των εκτελέσεων. Συχνά όμως ξεχωρίζει και στις οργανικές εισαγωγές, κι ακόμα συχνότερα στον αυτοσχεδιασμό. Το ηπειρώτικο λαούτο φέρει τέσσερις διπλές χορδές κουρδισμένες ανά δύο σε do, sol, re, la και παίζεται με πένα ή φτερό.

    Το ντέφι, που μοιάζει με το κλασσικό tambour de basque, κρατάει το ρυθμικό ρου ρόλο σαν μοναδικού κρουστού στο σύνολο σε πλαίσια λιτά και συντηρητικά. Δεν αυτοσχεδιάζει ποτέ, παρά περιορίζεται να υπογραμμίζει τα χορευτικά βήματα εναλλάσσοντας ένα βαρύ (θέση) κι ένα οξύ (άρση) ηχόχρωμα. Ειδικά το πρώτο, με το “γήινο” βάθος που του προσδίνεται, χαρακτηρίζει τυπικά το επίσημα αργόσυρτο ηπειρώτικου ύφος.

    Στην παρουσίαση του ύφους αυτού ένα άλλο στοιχείο, άμεσα συνδεδεμένο με τις αλλοιώσεις των φθόγγων όπως τις είδαμε πιο πάνω, είναι η έκταση των μελωδικών γραμμών, που στην Ήπειρο είναι συνήθως μικρή. Ο συνδυασμός των δύο αυτών στοιχείων αφήνει την αίσθηση του μονότονου και μελαγχολικού, που είναι άλλωστε στοιχείο χαρακτηριστικό στο ηπειρώτικο τραγούδι.
    Η ιδιαιτερότητα σε ό,τι αφορά την αρμονία εντοπίζεται στην προτίμηση ορισμένων τρόπων (στην ηπειρώτικη μουσική δεν χρησιμοποιούνται οι μείζονες και ελάσσονες κλίμακες του (δυτικού) τονικού συστήματος). Στις ηπειρώτικες μελωδίες συναντάμε τμήματα μουσικών τρόπων κατά το αρχαιοελληνικό σύστημα των τετραχόρδων και πενταχόρδων, που είναι ως επί το πλείστον ανημίτονα. Συναντάμε επίσης ανημίτονες πεντατονικές κλίμακες, που όμοιές τους δεν υπάρχουν αλλού στην Ελλάδα.

    Τα ρυθμικά σχήματα και τα μέτρα της ηπειρώτικης μουσικής, πλούσια και πολλές φορές μοναδικά, αποτελούν ιδιαιτερότητα μιας μακρόχρονης παράδοσης. Αφ' ενός τετράσημοι (4/4) , πεντάσημοι (5/4), επτάσημοι (7/8), οκτάσημοι (8/4), ή εννεάσημοι (9/8) ρυθμοί κρύβουν μέσα τους τονισμούς ιδιότυπους, όπως αυτός του τσάμικου σε 5/4 (2+3 ή 3+2), ή πάλι του οκτάσημου (3+2+3, 2+3+3 ή 3+3+2). Αφ' εφ' ετέρου άμμετρα μοιρολόγια και κλέφτικα αφήνουν την φωνή να ξετυλιχτεί σ' έναν δεξιοτεχνικό αυτοσχεδιασμό γεμάτο καλλωπισμούς που θυμίζουν βυζαντινές ψαλμωδίες.
    Θα πρέπει ν' αναφερθούμε τέλος στη ρυθμική αγωγή (tempo) της οργανικής μουσικής και των τραγουδιών, που είναι στην Ήπειρο πιο αργή απ' ό,τι στην υπόλοιπη Ελλάδα, είτε πρόκειται για μοιρολόι, είτε για τραγούδι της τάβλας, είτε πάλι για χορευτικούς σκοπούς, που αποδίδονται βαριά και μακρόσυρτα.
    Όσα μέχρις εδώ αναπτύξαμε αναφέρονται στην μονοφωνική μουσική, την συνηθέστερη έκφραση της δημοτικής μουσικής, που συναντάμε σε όλη την ελληνική επικράτεια. Η μελωδία (μέλος), τραγουδισμένη από έναν ή περισσότερους εκτελεστές a capella ή με συνοδεία μικρού συνόλου οργάνων, είναι εκείνη που επιβάλλεται.
    Όταν η μουσική είναι οργανική, η εκτέλεσή της αφήνεται σε ένα μόνο όργανο, ενώ τα υπόλοιπα έχουν απλώς συνοδευτικό ρόλο.

    Στην Ήπειρο συναντάμε όμως και μουσική πολυφωνική. Το είδος αυτό απαντάται στα βόρεια του νομού της Ηπείρου καθώς και στην σημερινή Αλβανία. Αποτελεί δε μουσικό φαινόμενο μοναδικό στην καθολική ελληνική παράδοση, της αρχαιότητας συμπεριλαμβανομένης. Αλλά και σε σχέση με την δυτική πολυφωνία, διακρίνεται από μια δομή πρωτότυπη και αυθεντική. Αυτή εφαρμόζεται σε έναν τύπο τραγουδιού ( η συνοδεία οργάνων δεν αποκλείει, αλλά σπανίζει) που χαρακτηρίζεται από τον σαφή διαχωρισμό τριών ανεξαρτήτων μελωδικών γραμμών που αντιστοιχούν σε ανάλογους τραγουδιστικούς ρόλους:
    Ο παρτής είναι αυτός που αρχίζει (παίρνει) το τραγούδι και που εκτελεί την κύρια μελωδική γραμμή (α). Είναι ο μόνος δε που τραγουδά ευκρινώς τους στίχους, ενώ οι υπόλοιποι χρησιμοποιούν μερικές μόνο συλλαβές του κειμένου.
    Την δεύτερη μελωδία (β) μπορεί να εκτελεστούν.
    1) Ο γυριστής, που γυρίζει ή τσακίζει την μελωδική του γραμμή ώστε να καταλήξει σε διάστημα δευτέρας καθαρής κάτω από την τονική, διάστημα διάφωνο σε σχέση τόσο με την πρώτη γραμμή (α), όσο και με την τρίτη (γ).
    2) Ο κλώστης, που κλώθει την μελωδική του γραμμή πάνω στο διάστημα της τονικής και της προς τα πάνω έβδομης βαθμίδας, που είναι και η κατάληξη της μελωδικής του γραμμής ,δημιουργώντας και αυτός διαφωνία. Σημειωτές είναι εδώ η χρήση από τον εκτελεστή κεφαλικής φωνής (falcetto).
    Η τρίτη μελωδική γραμμή (γ) είναι αυτή του ισοκράτη (pedal), που αποδίδεται από δύο ως τέσσερα άτομα (ενίοτε και περισσότερα), που κρατούν την τονική πάντα στο ρυθμό του κορυφαίου (παρτή).
    Στον εικοστό αιώνα φαίνεται να εμφανίζεται και μια τέταρτη φωνή, τραγουδισμένη από έναν ισοκράτη που αποκαλείται ρίχτης. Αυτός σταματά την μονωδία του παρτή ρίχνοντας την μελωδία με διάστημα τέταρτης κάτω από την τονική. Έτσι δίνεται στον παρτή ο χρόνος να ξεκουραστεί και να προετοιμάσει την συνέχεια του τραγουδιού. Χαρακτηριστικό πάντως όλων των φωνών είναι η απότομη και τονισμένη διακοπή της μελωδικής τους γραμμής.
    Η τραγουδιστική αυτή δομή είναι αυστηρή και άκαμπτη, και παρά την μαρτυρημένη αρχαιότητά της δεν έδωσε γένεση σε άλλες μορφές πολυφωνίας ή σε παραλλαγές της.
    Τέλος κατά την διάρκεια του περασμένου αιώνα παράλληλα με τη δημοτική μουσική βλέπουμε να αναπτύσσεται στα Γιάννενα ένας τύπος αστικής μουσικής, τα στιχοπλάκια, που φαίνεται να ήρθαν από την Πόλη. Πρόκειται στην πραγματικότητα για ενότητες διστίχων με πρώτο θέμα τον έρωτα και περιεχόμενο λυρικό και γεμάτο συναίσθημα. Αποδίδονται στη βάση γνωστών μελωδιών, ή αυτοσχεδιασμών της στιγμής, στην αρχή μόνο φωνητικά και κατόπιν με συνοδεία οργάνων, αλλά πάντα με το γνωστό ηπειρώτικο ύφος. Οι συνθέτες – εκτελεστές ήταν κυρίως ταμπάκοι, γύφτοι, μπαντίδοι και καραμπέρηδες. Ένας κορυφαίος (στιχοπλόκος) τραγουδούσε το δίστιχο (συνήθως δεκαπεντασύλλαβο), του οποίου έπονταν η απάντηση του χορού, ενώ ο στιχοπλόκος σκάρωνε την συνέχεια ακολουθώντας τον ομοιοκαταληκτικό κανόνα. Η άσκηση αυτή ευστροφίας και ετοιμότητας βρήκε τέτοια απήχηση, ώστε φαίνεται ότι τον 19ο αιώνα όχι μόνο σημαδεύει τις γιορτές (Αποκριές, πανηγύρια κτλ.), αλλά οδηγεί τη σύσταση πραγματικών “αγώνων στιχουργίας”.
    Μέσα απ' αυτή την σύντομη και περιορισμένη παρουσίασή μας, το μουσικό ηπειρώτικο τοπίο διαγράφεται όχι μόνο ευρύ, πολυποίκιλλο, αυθεντικό και πρωτότυπο, αλλά –κι αυτό είναι σημαντικότατο – ακόμα στις μέρες μας ζωντανό και ακμαίο. Τα τελευταία τριάντα χρόνια βέβαια καταγράφουμε την επιδρομή κάθε είδους νεωτερισμών. Ο καθαρός ακουστικός ήχος του βιολιού και του λαγούτου περνά συχνότητα από την ηλεκτρική παραμόρφωση άσχημα χρησιμοποιούμενων μαγνητών, ενισχυτών και ηχείων. Ειδικότερα το λαγούτο αντικαθίσταται κατά κανόνα από ηλεκτρική κιθάρα, λόγω της δυνατότητας ενίσχυσης του ήχου της που την κάνει εύχρηστη . η πρακτική αυτή έχει αλλοιώσει τον τρόπο συνοδείας παρασύροντας και τα υπόλοιπα όργανα. Η κακώς εννοούμενη επίδειξη δεξιοτεχνίας είναι άλλωστε εξίσου υπεύθυνη για μια μουσική που παραδίδεται συχνά σε μια ανούσια άσκηση εντυπωσιασμού. Παρ' όλα αυτά στα σημερινά Γιάννινα συναντάμε ακόμη αυθεντικά μέλη της ηπειρώτικης σκλήθρας μουσικών που για αιώνες δίνει το πολιτιστικό στίγμα της περιοχής, και που επιμένει να κρατά την παράδοση σε χρόνο ενεστώτα.

0 Responses to “Το ηπειρωτικό μουσικό ύφος”

Δημοσίευση σχολίου